Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Tuesday, January 6, 2026

Takeshi Kitano, Οι κούκλες (Dolls, 2000)

 Takeshi Kitano, Οι κούκλες (Dolls, 2000)

 


  Τις «Κούκλες» του Τακέσι Κιτάνο τις είχα δει παλιά, πολύ παλιά, και μου άρεσαν πολύ, πάρα πολύ· και ήθελα πολύ, πάρα πολύ να τις ξαναδώ. Όμως δεν μπορώ να βλέπω ταινίες στο άσχετο, έπρεπε να υπάρξει η ευκαιρία. Και η ευκαιρία δόθηκε διαβάζοντας τις «Τρεις γυναίκες» του Ρόμπερτ Μούζιλ, γιατί έχουν ομοιότητες με την τρίτη από αυτές, την Τόνκα.

  Απλά έχουν ομοιότητες, δεν είναι πανομοιότητες.

  Και στις δυο τονίζεται η αγάπη της γυναίκας. Στην ταινία του Κιτάνο η γυναίκα προσπαθεί να αυτοκτονήσει, αποτυγχάνει, όμως διαταράσσεται ψυχολογικά, παύει να γνωρίζει πρόσωπα. Για ποιο λόγο; Φτωχός ο αγαπημένος της, με τον οποίο ήσαν μάλιστα αρραβωνιασμένοι. Όμως πείστηκε από τους δικούς του να παντρευτεί την πλούσια κόρη του διευθυντή της εταιρείας. Αυτός όταν το έμαθε, παράτησε τη νύφη στα κρύα του λουτρού, στην εκκλησία, και έτρεξε να τη βρει. Στη συνέχεια τους βλέπουμε πάντα μαζί. Κάποια στιγμή τη δένει με ένα σκοινί μαζί του, γιατί δυο τρεις φορές δημιούργησε πρόβλημα στους γύρω της, όπως όταν στάθηκε μπροστά σε ένα φορτηγό και δεν έλεγε να ξεκουνήσει παρά το επίμονο κορνάρισμα του οδηγού.

  Στη συνέχεια θα τους δούμε στο έσχατο της πενίας, να ζητιανεύουν.

  Μια συγκινητική σκηνή: αυτή συνέρχεται, τον αναγνωρίζει, χαμογελάει, μετά θυμάται, και το πρόσωπό της συσπάται από πόνο.

  Θα καταλήξουν σε μια χαράδρα, κρεμασμένοι στον κορμό ενός δένδρου που σταμάτησε την πτώση τους με το σκοινί που τους δένει, αυτός στη μια μεριά και αυτή στην άλλη, καταδικασμένοι.

  The film leads into it by opening with a performance of Bunraku theatre, and closes with a shot of dolls from the same. The performance is that of "The Courier for Hell" by Chikamatsu Monzaemon, and it alludes to themes that reappear later in the film.

  Bunraku, αλλιώς και jôruri, είναι το κουκλοθέατρο της Ιαπωνίας.

  Ποιος είναι ο Chikamatsu Monzaemon;

  Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας».

  «Ο Monzeamon [1753-1625] θεωρείται ως ο Σαίξπηρ της Ιαπωνίας. Εισήγαγε τη δραματική δομή του jôruri και τον ζωντανό διάλογο. Στα έργα του αναπτύσσει τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά των ηρώων του, ιδιαίτερα σε εκείνα με τη διπλή αυτοκτονία, όπου εκφράζεται ανάγλυφα η κλασική σύγκρουση στο γιαπωνέζικο δράμα, ανάμεσα στα αισθήματα και στο καθήκον που υπαγορεύει η φεουδαρχική ηθική.

  Στα έργα αυτά βλέπουμε μια σταδιακή μετατόπιση. Στα πιο παλιά ο θάνατος είναι μια διαφυγή στον παράδεισο. Στα πιο ύστερα υπάρχει μια σκιά αμφιβολίας για τη ζωή μετά θάνατο, ενώ στα τελευταία ο θάνατος είναι η επιβεβαίωση του πόσο πολύτιμη είναι η ζωή.

  Οι πολύπλευροι χαρακτήρες του Monzaemon ήταν δύσκολο να ερμηνευτούν ικανοποιητικά με τις κούκλες, οι οποίες εκείνη την εποχή αλλάζουν σε μέγεθος και σε πολυπλοκότητα χειρισμού, και απαιτούν πιο αργό ρυθμό στο διάλογο και χαρακτήρες διαγραμμένους με απόλυτη σαφήνεια. Έτσι σύντομα τα έργα του Monzaemon εκτοπίσθηκαν από καινούρια δράματα προσαρμοσμένα στις καινούριες ανάγκες».

  Στο τέλος, αντιρεαλιστικά, τους βλέπουμε, πάνω στη χιονισμένη πλαγιά, ντυμένους με ρούχα bunraku. Και από το δέντρο κρέμονται δυο κούκλες.

  Υπάρχουν εξαιρετικές εικαστικές σκηνές στην ταινία, η οποία επαινέθηκε για τη φωτογραφία της.

  Θα δούμε δυο ακόμη ερωτικές ιστορίες, μικρότερες σε έκταση. Στην μια, διαψεύδεται το ευφυολόγημα που διάβασα στο διαδίκτυο: ο άντρας δεν ξεχνά ποτέ την πρώτη του αγάπη και η γυναίκα την τελευταία.

  Ξέρει ότι δεν θα έλθει, όμως κάθε Παρασκευή τον περιμένει στο παγκάκι που είχαν δώσει για τελευταία φορά ραντεβού. Για χρόνια. Κρατάει δυο φαγητά μαζί της σε μπολ. Επιστρέφοντας σπίτι, το δικό του το δίνει στο γείτονα.

  Αυτός, που την παράτησε για να πιάσει την καλή, «σταδιοδρόμησε» ως γιακούζα (γκάγκστερ στα γιαπωνέζικα). Ηλικιωμένος πια την αναπολεί. Πηγαίνει στο πάρκο με το γνωστό παγκάκι, τη βλέπει. Κάθεται δίπλα της. Δεν τον αναγνωρίζει. Τον παρακαλεί, όταν έλθει αυτός που περιμένει, να φύγει. Συναινεί.

  Πηγαίνει και τη βλέπει κάθε Παρασκευή. Όμως μια Παρασκευή δεν θα πάει. Αυτή άδικα τον περιμένει. Δολοφονείται, το γνωστό τέλος για πολλούς γκάνγκστερ.

  Στη τρίτη ιστορία βλέπουμε τον νεαρό που είναι «obsessed», όπως γράφει η βικιπαίδεια, με μια pop star. Τον ξέρει, όπως και κάποιους άλλους θερμούς θαυμαστές της.

  Σε ένα τροχαίο παραμορφώνεται το δεξιό μέρος του προσώπου της, το έχει σκεπασμένο με μια γάζα, δεν θέλει να δει κανένα. Ούτε και αυτόν φυσικά.

  Πώς θα μπορούσε να τη δει;

  Τυφλώνεται.

  Τυφλός καθώς είναι, δεν έχει πρόβλημα να τον δει, και να κάνει παρέα μαζί του.

  Και εγώ είμαι obsessed με την κινέζα τραγουδίστρια Sui Xiaoyi. Κοινοποιώ συνέχεια τα reels της, και κάποια μάλιστα τα μεταφράζω. Αλλά δεν νομίζω ότι θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο.

  Για να συνοψίσουμε, στις «Κούκλες» ο Κιτάνο δείχνει τον έρωτα σε όλο του το μεγαλείο. Στις δυο πρώτες ιστορίες, της γυναίκας. Στην τρίτη, του άντρα, που είναι one way, ενώ στις άλλες δυο υπήρξε αμοιβαίος.

  Από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει.

  7,5 η βαθμολογία της, εγώ δεν μπορούσα να βάλω κάτω από 9.

Sean Baker, Hi-Fi (2000)

 Sean Baker, Hi-Fi (2000) 

 


  Εν όψει της προβολής της ταινίας της Shih-Ching Tsou (鄒時擎), Το αριστερό μου χέρι (左撇子女孩, 2025) την Πέμπτη που μας έρχεται, και στην οποία ο Sean Baker συνυπογράφει το σενάριο.

  Διαβάζοντας το βιογραφικό του, βλέπω ότι οι θεματικές του με ενδιαφέρουν και αποφάσισα να τον δω πακέτο.

  Ξεκινάω με την πεντάλεπτη μικρού μήκους ταινία του «Hi-Fi», όπου, με έκπληξη βλέπω, ότι ανάμεσα στα πρόσωπα που ευχαριστεί είναι και η Shih-Ching Tsou. Το ότι η συνεργασία τους χρονολογείται από τόσο παλιά το ξέρω από την δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Take out», γυρισμένη το 2004, όπου η Shih-Ching Tsou συνυπογράφει και τη σκηνοθεσία.

  Θα τον πάρουμε χρονολογικά, όπως κάνουμε σχεδόν πάντα, παραθέτοντας τον σύνδεσμο της ανάρτησης για την προηγούμενη ταινία του που είδαμε, και που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι και η προηγούμενη ταινία που γύρισε.

  Το στόρι της ταινίας είναι δυο ζευγάρια σε ένα αμάξι, που πηγαίνουν, πού πηγαίνουν;

  Ψάχνουν για βαποράκι.

  Το βρίσκουν, αγοράζουν.

  Στη συνέχεια τους βλέπουμε να σνιφάρουν οι μεν, να κάνουν ένεση οι δε.

  Διαψεύδεται η αφηγηματική προσμονή, ότι μαστουρωμένοι, δηλαδή μεθυσμένοι, θα είχαν ατύχημα.

  Η ταινία έχει ένα γρήγορο ρυθμό με μικρά πλάνα, και με μια μουσική που τα υπογραμμίζει καθώς κυριαρχούν τα κρουστά.  

  Μόλις 4,7 η βαθμολογία της αλλά εμένα μου άρεσε, έβαλα 7.

 

Ρόμπερτ Μούζιλ, Τρεις γυναίκες

 Ρόμπερτ Μούζιλ, Τρεις γυναίκες (μετ. Γιώργος Κεντρωτής) Μεταίχμιο 2017, σελ. 171

 


  Δεν είμαι λάτρης του μοντερνισμού, αλλά περιέργως ο «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» μου άρεσε πολύ. Έτσι λοιπόν, όταν ο φίλος μου ο Γιάννης μου μίλησε με ενθουσιασμό για το βιβλίο, αποφάσισα να το αγοράσω, παρόλο που πια δεν αγοράζω βιβλία. Δηλαδή τι τώρα πια, εδώ και χρόνια, έχω ένα σωρό αδιάβαστα, και δεν έχω πού να τα βάλω. Και αυτό θα το χαρίσω στην ανιψιά του.

  Αναρωτιέμαι για την πρόσληψη.

  Θα μου άρεσε ο «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» αν τον ξαναδιάβαζα; Ο «Μετρ και η Μαργαρίτα», που τον ξαναδιάβασα μετά από είκοσι χρόνια, δεν μου άρεσε, σε αντίθεση με εκείνη την πρώτη ανάγνωση. Όμως, και να ήθελα, τώρα πια δεν γίνεται, το έχω χαρίσει στο φίλο μου τον Πρατικάκη.

  Διαβάζοντας τις «Τρεις γυναίκες» μου ήλθε στο νου το θέατρο Νο. Σ’ αυτό βλέπουμε τον Shite, τον κεντρικό χαρακτήρα, και δίπλα του τον Waki, χοντρικά το βοηθό.

  Εδώ βλέπω μια αντιστροφή. Ο Shite είναι ο άντρας και όχι η γυναίκα που δίνει το όνομά της σε κάθε νουβέλα.

  Και στις τρεις νουβέλες βλέπουμε το μοτίβο «Ασύμμετροι έρωτες», που πιο χαρακτηριστικά το είδαμε στον Ντέιβιντ Χέρμπερτ Λόρενς («Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι», «Η παρθένα και ο τσιγγάνος»).

  Αυτός είναι κοινωνικά πάντα πιο πάνω από αυτήν. Στην «Γκρίτζα» είναι μια χωριατοπούλα, αυτός γεωλόγος. Στην «Πορτογαλίδα» αυτός είναι ένας ευγενής, αυτή μια όμορφη ντόπια. Στην «Τόνκα» αυτός ήταν ο γόνος μιας ευκατάστατης οικογένειας, αυτή μια φτωχούλα που, όπως οι κάποιες μετανάστριες σήμερα, φρόντιζε τον ηλικιωμένο παππού του.

  Ο αφηγητής εστιάζει πάντα στον άντρα, και μας αφηγείται τις αντιδράσεις του απέναντι στη γυναίκα. Στο δεύτερο και στο τρίτο έχουμε τη ζήλια. Στο πρώτο και στο τρίτο έχουμε την προσήμανση του θανάτου, στο πρώτο για τον άντρα, στο τρίτο για τη γυναίκα.

  «Είδα στ’ όνειρό μου, του ’πε, πως θα πεθάνω σύντομα…» (σελ. 157) και «Ο Χόμο είχε προαισθανθεί ότι γρήγορα θα πέθαινε, μα δεν ήξερε ακριβώς το πότε και το πώς» (σελ. 39).

  Τέτοιου είδους προσημάνσεις δημιουργούν το «σασπένς του πώς» θα πεθάνει και προκαλούν αισθήματα «ελέου», συμπόνιας για τον ήρωα, μια και ξέρουμε το τέλος του.

  «ἔστιν οὖν τραγῳδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας» μας λέει ο Αριστοτέλης, κάτι που ισχύει στις περισσότερες αφηγήσεις, δηλαδή σ’ αυτές που το ύφος δεν τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια της πλοκής, όπως γίνεται στον μοντερνισμό. Η δεύτερη ιστορία είναι που μου άρεσε λιγότερο από όλες, καθώς ούτε σπουδαία τη βρήκα, σε αντίθεση με την πρώτη, ούτε τελεία, δηλαδή με τέλος.

  Η πρώτη είναι εντυπωσιακή σαν πράξη σπουδαία και με τέλος. Η τρίτη είναι εντυπωσιακή για το νυστέρι με το οποίο ανοίγει την ψυχή του ήρωα ο συγγραφέας για να μας περιγράψει τις ταλαντώσεις της ζήλιας του.

  Η γυναίκα του είναι έγκυος και το παιδί δεν υπάρχει περίπτωση να είναι δικό του. Αυτή αρνείται πεισματικά ότι πήγε με κάποιον κατά την απουσία του. Ο θάνατός της προσημαίνεται, αυτή η γέννα θα της κοστίσει τη ζωή. Αυτός τη λυπάται, δεν την παρατάει ενώ θα μπορούσε, με αποτέλεσμα αυτή η συνύπαρξη να του σπαράζει την καρδιά.

  Μα θα ήταν τόσο απλό να του πει: ήταν ένα λάθος, έτυχε, παρασύρθηκα, για μια και μόνη φορά.

  «Η καημένη η Τόνκα να πρέπει τάχα να πληρώσει τα σπασμένα ενός απλού περαστικού ατοπήματος» (σελ. 252). 

  Αυτή η πεισματική της άρνηση είναι που τρέφει τη ζήλια του άντρα, δίνοντας την ευκαιρία στον συγγραφέα να αποδυθεί σε εκτενείς περιγραφές του ψυχικού του μαρτυρίου.

  Σπουδαία είναι η πρώτη ιστορία, με ένα εντυπωσιακότατο τέλος. Η άντρας της χωριατοπούλας τους τσακώνει σε μια σπηλιά. Και τι κάνει; ρίχνει έναν τεράστιο ογκόλιθο στην είσοδο, χρησιμοποιώντας ένα χοντρό ξύλο σαν μοχλό.

  «Κατάλαβε τι ακριβώς ήταν η Τόνκα: νιφάδα χιονιού…» (σελ. 157).

  Μου θύμισε τα λόγια ενός κινέζικου τραγουδιού που μετάφρασα, και που ξεκινάει έτσι: 雪花,χιονονιφάδα· και που, παρεμπιπτόντως, το meta με ενημερώνει ότι είχε πάνω από 100 προβολές.  

  Είναι καταδικασμένοι να πεθάνουν από πείνα και δίψα. Όμως κάποια στιγμή αυτή ανακαλύπτει ότι υπάρχει στο βάθος και μια άλλη, μικρή είσοδος, που μόλις χωράει να περάσει ένας άνθρωπος. Αυτή είναι λεπτή, τα καταφέρνει να περάσει. Αυτός, εξαντλημένος, ούτε που δοκιμάζει καν, αφήνεται στη μοίρα του.

  Κάποιες φορές ήταν δύσκολο να παρακολουθήσω την μακροπερίοδο, εξεζητημένη γραφή του Μούζιλ, και δεν είμαι από αυτούς που τους αρέσει να ξαναδιαβάζουν ένα απόσπασμα αν δεν το κατάλαβαν. Δεν ξέρω αν φταίει η ηλικία μου, αλλά η γραφή στον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» δεν φαντάζομαι να ήταν διαφορετική.

  Αλλά να παραθέσουμε κάποια από τα αποσπάσματα που έχω υπογραμμίσει.

  «Ελεύθερος πια απ’ τη θέληση για ζωή και από την αγωνία του θανάτου» (σελ. 26).

  Νομίζω είναι η συναισθηματική κατάσταση κάποιου που προετοιμάζει την αυτοκτονία του, χωρίς βέβαια να είναι η δική του περίπτωση.

  «Τον κοίταξε εξεταστικά, δίχως να ρωτήσει τίποτα, με τον τρόπο που ακολουθεί κανείς με τα μάτια του την πορεία ενός βέλους και με την απορία (wondering στην αγγλική μετάφραση, δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω το πρωτότυπο στα γερμανικά) αν θα βρει ή όχι το στόχο του» (σελ. 59). Εγώ θα έλεγα με την περιέργεια.

  Ευφάνταστη μεταφορά, που εμείς σήμερα, που δεν υπάρχουν τόξα και βέλη, μόνο να τη φανταστούμε μπορούμε.

  «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν κλαίνε εύκολα…» (σελ. 108).

  Η περίπτωσή μου.

  «Συγκινητικά άσχημη (Η Τόνκα)» (σελ. 150).

  Νομίζω είναι πραγματολογικό λάθος, αλλά θα το επιβεβαιώσω με την ΑΙ. Μια γυναίκα έγκυος ομορφαίνει, το έχω διαπιστώσει με τα ίδια μου τα μάτια, για μια γειτόνισσα, μακαρίτισσα εδώ και λίγα χρόνια.

  Περίεργο, η ΑΙ μου λέει ότι μπορεί να συμβούν και τα δυο.

  «Στα μάτια της δεν υπήρχε ούτε σπίθα ντροπής για την ασχήμια και την παραμόρφωσή της, παρά μόνο η επιθυμία να κάνει γι’ αυτόν όσο το δυνατόν περισσότερα, παρ’ όλη της την αδεξιότητα» (σελ. 151).

  Μου είχαν περάσει από το μυαλό, το ξέχασα, το ξαναθυμήθηκα: «Οι κούκλες», του Τακέσι Κιτάνο, που πρέπει να τις ξαναδώ. Ο ήρωας είναι προσκολλημένος στην γυναίκα που είχε αγαπήσει και τον είχε αγαπήσει. Όταν την παράτησε για ένα πλούσιο γάμο και αυτή αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, γλιτώνοντας το θάνατο όμως βαθύτατα ψυχικά τραυματισμένη, επέστρεψε κοντά της και δεν την παράτησε. Μάλιστα την «έδεσε» πάνω του για να μην του φύγει. Νομίζω ανάλογα συναισθήματα διακατείχαν τον ήρωα του Μούσιλ με τον ήρωα του Κιτάνο. 

  Στην αγγλική μετάφραση βλέπω να ενσωματώνονται σε ένα ευρύτερο τόμο με τίτλο «Five women», όμως δεν έχω καμιά πρεμούρα να διαβάσω και τις άλλες δυο.

 

Takeshi Kitano, Ζατόιτσι, ο τυφλός σαμουράι (Zatoichi, 2003)

 Takeshi Kitano, Ζατόιτσι, ο τυφλός σαμουράι (Zatoichi, 2003)

 


  Η ταινία του Wong Tin-Lam «Mad, mad, mad swordsman» (1969) με οδήγησαν να ξαναδώ τον «Ζατόιτσι, τον τυφλό σαμουράι», όπως και οι «Τρεις γυναίκες» του Ρόμπερτ Μούζιλ με έκαναν να ξαναδώ τις «Κούκλες», ταινία που γύρισε την προηγούμενη χρονιά.

  Κορυφαίες οι δυο αυτές ταινίες, για μια στιγμή νόμισα ότι στον Κιτάνο είδα τον διάδοχο του Κουροσάβα, όμως δυο τρεις ταινίες του που είδα αργότερα με απογοήτευσαν.

  Και σ’ αυτή την ταινία είδα τις αντιρεαλιστικές υπερβολές που είδα και στον τρελό ξιφομάχο, που μου θύμισαν τον Διγενή Ακρίτα. Μόνος εναντίον πολλών, τους εξουδετερώνει όλους.

  Θα εξοντώσει όλους τους ληστές που ζητάνε εξοργιστικά ποσά από τους καταστηματάρχες και τους αγρότες για την «προστασία» τους.

  Ο άξιος σαμουράι θα ζητήσει να προσληφθεί σωματοφύλακα του αρχηγού της μιας ληστοσυμμορίας. Χρειάζεται λεφτά, η γυναίκα του είναι άρρωστη, βήχει συνεχώς.

  Ευγενικός ο στόχος του. Όταν μαζέψει αρκετά λεφτά και τη θεραπεύσει, θα πάψει να είναι σαμουράι, θα γίνει υπάλληλος.

  Περιμέναμε μια διαφορετική εξέλιξη σ’ αυτή την ιστορία. Όμως ο τυφλός σαμουράι τον σκοτώνει, τον πιο άξιο αντίπαλό του. Σε επόμενο πλάνο βλέπουμε τη γυναίκα του να αυτοκτονεί, πέφτοντας πάνω στο μαχαίρι που κρατάει στο χέρι της. Στο αφηγηματικό κενό, υποθέτουμε, ότι αποφάσισε να αυτοκτονήσει αφού τον περίμενε μάταια, υποθέτοντας ότι είχε σκοτωθεί.

  Οι ταινίες εκδίκησης μου αρέσουν, και υπάρχει μια παράπλευρη ιστορία. Οι δυο γκέισες στην πραγματικότητα είναι ένα αγόρι και ένα κορίτσι, αδέλφια, που η μια από τις ληστρικές συμμορίες που λυμαίνονται την περιοχή λήστεψαν και σκότωσαν την οικογένειά τους. Μικρά παιδιά τότε, τυχαία ξέφυγαν. Και επιδιώκουν την εκδίκηση. Έναν που πετυχαίνουν τον μαχαιρώνουν.

  Ο τυφλός σαμουράι θα εκδικηθεί για πάρτη τους. Όμως τον αρχηγό, που κρύβεται σαν γέρος μπάρμαν, δεν θα τον σκοτώσει αλλά θα τον τυφλώσει, για να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του τυφλός.

  Αυτό το θυμόμουνα: ο τυφλός σαμουράι προσποιείται τον τυφλό.

  Ταινία που σου ανεβάζει την αδρεναλίνη, και μου άρεσε και τώρα όπως και τότε που την πρωτοείδα. Δεν μπορούσα να βάλω πιο κάτω από τη βαθμολογία της, 7,4, έβαλα 8.

Monday, January 5, 2026

Wong Tin-Lam, Mad, mad, mad swords (1969)

 Wong Tin-Lam, Mad, mad, mad swords (1969)

 


  Νομίζω ότι ο κινηματογράφος του Χονγκ Κονγκ τη δεκαετία του ’60, αλλά πιθανώς και πιο πριν και πιο μετά - αυτό θα το διαπιστώσω όταν φτάσω και σ’ αυτόν μελετώντας τον κινέζικο κινηματογράφο - είναι ένας κινηματογράφος mainstream, για πλατιά κατανάλωση, όπως ο αντίστοιχος δικός μας της ίδιας δεκαετίας. Μετά σε μας ήλθε ο Αγγελόπουλος και σ’ αυτούς ο Wong Kar-Wai τον οποίο είδαμε πακέτο, όπως και τον Αγγελόπουλο φυσικά.

  Είδα την ταινία του Wong Tin-Lam «Ο μεγαλύτερος εμφύλιος πόλεμος στον κόσμο» (1961) με την αδικοχαμένη αυτόχειρα Kitty Ting-Hao και είπα να ξεστρατίσω λίγο από τον «Μεγάλο δρόμο» του κινέζικου κινηματογράφου και να τον δω πακέτο.

  Μετά τις 11 το βράδυ προτιμώ μια μην «απαιτητική» ταινία, όπως αυτή, ταινία wuxia.

  Όμως είναι μια ιδιόρρυθμη ταινία πολεμικών τεχνών, κάτι σαν Τσάκι Τσαν, με πολύ χιούμορ, πασπαλισμένη με σκηνές σέξι.

  Πεθαίνει ο δάσκαλος της σχολής και τον αφήνει διάδοχο. Δεν είναι ο καλύτερος στο σπαθί, αλλά φαίνεται τον επέλεξε για τον καλό του χαρακτήρα.

  Αλλά δεν τον επέλεξε όμως μόνο για διάδοχό του, αλλά και για γαμπρό του.

  Η κόρη του όμως έχει αντιρρήσεις. Τι σόι αρχηγός σχολής θα είναι, όταν στην πρώτη μονομαχία με τον αρχηγό μιας άλλης σχολής θα νικηθεί; Όχι, για να γίνω γυναίκα σου πρέπει να αποδείξεις την αξία σου.

  Τι να κάνει ο φουκαράς, δεν μπορεί να αρνηθεί, και, την ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενος, ξεκινάει την οδύσσειά του, για να κάνει τα κατορθώματα που του ζητά η μέλλουσα γυναίκα του, η οποία αρνείται πεισματικά να τον παντρευτεί αν δεν αποδείξει την αξία του.

  Τον ευνοούν οι περιστάσεις.

  Σώζει τους κατοίκους ενός χωριού από τους ληστές.

  Στη χήρα του χωριού, που αρνήθηκε να «θυσιαστεί» για τον ληστή που την ήθελε να περάσει το βράδυ μαζί του, της έκανε κλικ, όπως θα έλεγε και ένας φίλος μου. Τον κρυφοκοιτάζει και του χαμογελάει όλο υπονοούμενα.

  Θα καταφέρει να τρομοκρατήσει τους ληστές που θα το βάλουν στα πόδια.

  Θα δώσουν στον αρχηγό μιας άλλης σχολής ένα χυλό πεντανόστιμο, και θα καταβροχθίζει το ένα μπολ μετά το άλλο μέχρι που σχεδόν αδειάζει τη γαβάθα. Έφτασε όμως η ώρα του ραντεβού και αυτός πρέπει να πάει να κατουρήσει. Όμως δεν προλαβαίνει, η χήρα τον παίρνει από πίσω, και επάνω που είναι έτοιμος να τη βγάλει, κάτι του φωνάζει, και αυτός ντροπιασμένος απομακρύνεται.

  Χωρίς να κατουρήσει.

  Αυτοί οι wuxia ren είναι ακριβείς στα ραντεβού τους σαν τους εγγλέζους. Μάχεται τον ήρωά μας που χοροπηδάει στην προσπάθειά του να συγκρατηθεί και να μην κατουρηθεί, και φυσικά τον νικάει.

  Έναν άλλο η χήρα αυτή τον παρασέρνει στο κρεβάτι της, ή μάλλον πηγαίνει αυτή στο δικό του κρεβάτι.

  Τελειώνουν, κοιμούνται, κάνει να σηκωθεί το πρωί, όμως αυτή του χύνει στο πρόσωπο ένα αρωματικό και εύγεστο υγρό βιάγκρα. Γλύφει τα χείλη του, της αρπάζει το μπουκάλι και το αδειάζει άσπρο πάτο.

  Ξανά σεξ.

  Πόσες φορές δεν μας λέει ο σκηνοθέτης. Η ουσία είναι ότι πήγε στη μονομαχία εξαντλημένος.

  Πού να κερδίσει.

Ο τρίτος και τελευταίος ήταν ο πιο επίφοβος. Όμως ο ήρωάς μας κάποια στιγμή τον στραβώνει, ρίχνοντας πάνω του το φως ενός μικρού καθρέφτη που είχε στερεωμένο στο μέτωπό του.

  Και φυσικά τον νικάει.

  Εν τάξει ο ανίκητος μονόχειρας που δεν καταφέρνει κανείς να τον νικήσει, αλλά και ο τυφλός;

  Μου θύμισε τον «Zatoichi, τον τυφλό σαμουράι».

  Πριν χρόνια την είδα την ταινία, ευκαιρία να την ξαναδώ και να γράψω δυο λόγια για αυτήν.

  Και, άκουσον άκουσον. Υπάρχει η σχολή των παρθένων wuxia ren. Αν κάνουν σεξ, πάει η ικανότητά τους!!!

  Αυτό που δεν μου άρεσε στον ήρωά μας είναι οι κωμικές γκριμάτσες που έκανε συνέχεια, που μου θύμιζαν Γκιωνάκη και Τζέρι Λιούις. Αλλά και Μίστερ Μπιν, τον οποίο δεν κατάφερα να δω ποτέ πέρα από κάποιες σκηνές.  

  6,6 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 7.


Thursday, January 1, 2026

Wong Tin-Lam, Death traps (殺機重重, 1960)

 Wong Tin-Lam, Death traps (殺機重重, 1960)

 


  Οι επόμενες ταινίες μας, εκτός απροόπτου, θα είναι για δυο κινέζους σκηνοθέτες που εργάστηκαν στο Χονγκ Κονγκ. Ξεκινάμε με τον Wong Tin-Lam.

  Οι «Παγίδες θανάτου» είναι μια ταινία θρίλερ.

  Αυτή, αλκοολική. Αυτός, επιτυχημένος επιχειρηματίας. Την αγαπάει, αλλά διστάζει να την παντρευτεί λόγω του εθισμού της στο ποτό.

  Θέλει να την κάνει να ζηλέψει, επιστρατεύοντας μια φίλη του (αυτό το μαθαίνουμε μετά, ότι ήταν σκηνοθετημένο). Αυτή όντως ζηλεύει αφάνταστα. Και, μεθυσμένη καθώς είναι, βάζει κάποιον που τη βοηθάει να βρει τα κλειδιά του αυτοκινήτου της που της πέφτουν, να δολοφονήσει όποια τον παντρευτεί, δίνοντάς του μάλιστα ένα τσεκ, παρά τις πεισματικές αρνήσεις του (στο τέλος θα της επιστραφεί).

  Απελπισμένη, σε υστερική κατάσταση, σπάζει όλα τα μπουκάλια με ποτό στο σπίτι της, αποφασισμένη να μην ξαναπιεί.

  Ξεμέθυστη θυμάται τι έγινε με αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος είναι γκάνγκστερ, αλλά με καλή ψυχή.

  Αφού έκοψε το ποτό, ο φίλος της αποφασίζει να την παντρευτεί.

  Και, έντρομη, συνειδητοποιεί ότι πλήρωσε για να τη σκοτώσουν.

  Οι περισσότερες σκηνές στην ταινία δείχνουν την αγωνία της και την προσπάθειά της να ξεφύγει.

  Κάποιος πράγματι την παρακολουθεί.

  Η αφηγηματική αναμονή είναι δεδομένη: δεν είναι αυτό που νομίζει.

  Βρέθηκε στο λάθος χώρο και στη λάθος στιγμή, μάρτυρας μιας δολοφονίας.

  Πρέπει να τη βγάλουν από τη μέση.

  Συναρπαστικά τα επεισόδια, στο τέλος θα τη σώσει ο άντρας της.

  Πολύ καλή ταινία.

  Δεν υπάρχει όμως στο imdb για να δω τη βαθμολογία της, κάτι συνηθισμένο για παλιές κινέζικες ταινίες, αλλά και ιρανικές.

  Ένα εφτάρι πιστεύω το αξίζει άνετα.

Δημήτρης Αθανίτης, Λαβύρινθος (2025)

 Δημήτρης Αθανίτης, Λαβύρινθος (2025)  

 


  Από σήμερα στο Στούντιο

  Δεν ήταν μόνο η στοά των στωικών.

  Δεν είναι μόνο οι στοές των μασόνων.

  Είναι και οι στοές της Αθήνας.

  Με ένα σωρό μαγαζάκια.

  Με επαγγέλματα, που σχεδόν έχουν εκλείψει.

  Υπάρχουν σήμερα καπελούδες;

  Όταν άκουσα τη συνέντευξη που έδωσε η ιδιοκτήτρια του καπελάδικου, στο μυαλό μου ήλθαν τα «Ψάθινα καπέλα» της Μαργαρίτας Λυμπεράκη.

  Μπορεί να ξαναέλθουν κάποτε στη μόδα; (όχι τα ψάθινα, γενικά).

  Θα έλθει άραγε στη μόδα η «καμπάνα» στο παντελόνι;

  Χλωμό το βλέπω.

  Το αναφέρω γιατί σήμερα είδα μια φωτογραφία στο διαδίκτυο με κάποιους νεαρούς, της εποχής μου, να φοράνε παντελόνι καμπάνα.

  Συναρπαστικές οι ιστορίες, αλλά και συγκινητικές.

  Πολλοί αγωνίστηκαν για να στρώσουν το μαγαζί τους.

  Με συγκίνηση είδα το βιβλιοπωλείο Μπεχλιβανίδης, που σαν εκδοτικός οίκος, τη δεκαετία του ’60, εξέδιδε τα «Κλασικά εικονογραφημένα». Με αυτά γαλουχήθηκα στην παγκόσμια λογοτεχνία.

  Ένα άλλο μαγαζάκι φτιάχνει σημαίες.

  Αντιστέκεται σθεναρά στην κινέζικη εισβολή.

  Αυτή που έχω είναι σίγουρα κινέζικη, την πήρα προσφορά από το Lidl, πριν χρόνια.

  Δεν την «ύψωσα» ποτέ.

  Καθώς ζω σε ισόγειο, σε λίγες ώρες θα μου την έκλεβαν από το μπαλκόνι μου.

  Ένα λουλουδάδικο.

  Ένα μαγαζί κατασκευής κοσμημάτων.

  Ένα ραφτάδικο υψηλής ραπτικής.

  Ένα κουρείο…

  Είμαι σίγουρος ότι μόλις δείτε το ντοκιμαντέρ θα θέλετε να πάτε να δείτε τις στοές ιδίοις όμμασι.